Η Σχολή ∆ασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. και ειδικότερα το Εργαστήριο Άγριας Πανίδας και Ιχθυοπονίας Γλυκέων Υδάτων, με σκοπό την ευαισθητοποίηση και τον προβληματισμό του κοινού αναφορικά με την προστασία της πλούσιας, απειλούμενης ωστόσο, φυσικής κληρονομιάς της χώρας μας, προέβη στη δημιουργία και λειτουργία ενός πρότυπου Μουσείου  Άγριας Πανίδας στις νέες κτιριακές εγκαταστάσεις της Σχολής στο Φοίνικα.

Στο μουσείο αυτό, το οποίο συμπληρώνει επίσημα 10 χρόνια λειτουργίας και στεγάζεται σε ειδικό χώρο εμβαδού 700 m2, εκτίθενται περίπου διακόσια είδη άγριων θηλαστικών και πουλιών της ενδημικής πανίδας της χώρας μας, καθώς και είδη που εμφανίζονται στη χώρα μας κατά τη διάρκεια των μεταναστευτικών τους μετακινήσεων. Ορισμένα από τα εκθέματα ανήκουν σε είδη που έχουν ήδη εξαφανισθεί ή βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης.

 
Η δημιουργία του μουσείου:
Η συλλογή των εκθεμάτων του μουσείου ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1950 από τον αείμνηστο καθηγητή Ι. Παπαϊωάννου, ο οποίος, αν και καθηγητής της δασικής βοτανικής, είχε την έμπνευση της αναγκαιότητας για δημιουργία μιας συλλογής ταριχευμένων ζώων, με σκοπό την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών των φοιτητών του τότε Τμήματος ∆ασολογίας. Οι διαρκείς προσπάθειές του συνέβαλαν ώστε πολλά είδη ταριχευμένων ζώων, που ήταν στην κατοχή ιδιωτών συλλεκτών, να μεταφερθούν στη νυν Σχολή ∆ασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος. Επίσης, ο Χρήστος Γκούτνερ εμπλούτισε τη συλλογή αυτή με ταριχευμένα είδη που παραχώρησε στο τμήμα το 1970.

Στη συνέχεια, ο καθηγητής Γ. Τσουμής μερίμνησε ώστε τα εκθέματα της συλλογής να τοποθετηθούν σε ειδικές προθήκες, γεγονός που συνέβαλε ουσιαστικά στην προστασία και διατήρησή τους.

Πολύτιμη ήταν επίσης η προσφορά και ο εμπλουτισμός του μουσείου με αφίσες του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της κ. Νίκης Γουλανδρή.

Η μεταφορά και η διαμόρφωση του χώρου του μουσείου, που είναι επισκέψιμο από το κοινό, κατέστη δυνατή μετά την ίδρυση του Εργαστηρίου Άγριας Πανίδας και Ιχθυοπονίας Γλυκέων Υδάτων, το 1975, με διευθυντή τον καθηγητή Ν. Παπαγεωργίου, αλλά και την οικονομική ενίσχυση της πρυτανείας του Α.Π.Θ., του Ταμείου ∆ιοίκησης και ∆ιαχείρισης των Πανεπιστημιακών ∆ασών και της ΣΤ΄ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας.

 
Ευαισθητοποίηση σε θέματα περιβάλλοντος
Στόχος του μουσείου είναι η ευαισθητοποίηση των επισκεπτών και η ως εκ τούτου εξασφάλιση της θετικής τους ανταπόκρισης στην πρόσκληση για προστασία της φύσης και της αναγκαιότητας για αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης.

Η λειτουργία του μουσείου, πέρα από την κάλυψη των εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών των φοιτητών και των ειδικών επιστημόνων, αποτελεί και ένα σημαντικό πόλο έλξης για ενημέρωση της μαθητιώσας νεολαίας στα σύγχρονα περιβαλλοντικά προβλήματα της χώρας μας. Αυτό συμβάλλει στην ευαισθητοποίησή τους σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος και κυρίως στην ανάπτυξη τρόπων σκέψης για ορθότερη διαχείριση των φυσικών πόρων και προστασία της φυσικής μας κληρονομιάς.

Η παρουσίαση του ζωικού κόσμου της χώρας μας στο μουσείο δεν αφήνει απροβλημάτιστους τους Έλληνες επισκέπτες, αλλά τους εντυπωσιάζει και κάνει τους περισσότερους από αυτούς να αντιληφθούν την περιορισμένη γνώση που έχουν στα σημαντικά θέματα της προστασίας της ελληνικής πανίδας και του φυσικού περιβάλλοντος γενικότερα.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι πολίτες κάθε χώρας θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη της προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει όταν, όπως προαναφέρθηκε, οι περισσότεροι γνωρίζουν ελάχιστα για το φυσικό πλούτο της ίδιας τους της χώρας.

Είναι γι’ αυτό αναγκαίο να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια από όλους και ειδικότερα από τους νέους, ώστε να προστατευθούν τα διασωθέντα ζωικά είδη και να αποφευχθεί ως εκ τούτου το ανεπιθύμητο: ορισμένα από αυτά τα είδη να τα θαυμάζουν οι μελλοντικές γενεές μόνο στις προθήκες μουσείων, σαν μία ανάμνηση του παρελθόντος.