Η συνήθεια να φιλοτεχνούνται προσωπογραφίες καθηγητών μετά το θάνατό τους –συνήθεια που απαντάται σε πολλά ελληνικά και ξένα εκπαιδευτήρια– είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αντίστοιχης συλλογής και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Η συγκεκριμένη συλλογή συνιστά ένα πρωτότυπο και πρωτογενές υλικό, το οποίο αφενός αντανακλά την ιστορία του πανεπιστημίου και αφετέρου καταγράφει τις αναζητήσεις Ελλήνων καλλιτεχνών στον τομέα της προσωπογραφίας. Οι προσωπογραφίες καθηγητών του Α.Π.Θ. αποτελούν ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της ευρύτερης πανεπιστημιακής συλλογής έργων τέχνης, που άρχισε να συγκροτείται το 1958 και απαρτίζεται από πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά και χαρακτικά.

Οι προσωπογραφίες φιλοτεχνούνταν ύστερα από το θάνατο των καθηγητών και για την εκτέλεσή τους χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά φωτογραφικό υλικό, γεγονός που δυσκόλεψε σε μεγάλο βαθμό το έργο των ζωγράφων. Η εντολή εκτέλεσης της κάθε προσωπογραφίας γινόταν με απευθείας ανάθεση από το πρυτανικό συμβούλιο, ύστερα από σχετική εισήγηση της αρμόδιας καλλιτεχνικής επιτροπής. Για καθαρά πρακτικούς λόγους η διαδικασία του διαγωνισμού είχε αποκλειστεί, παράλληλα όμως η διαδικασία ανάθεσης «υποχρέωνε» την επιτροπή κάθε φορά να επιλέγει διαφορετικό καλλιτέχνη για να μη φαίνεται ότι μεροληπτεί. Το γεγονός ότι οι προσωπογραφίες αυτές προορίζονταν για τον κατεξοχήν επίσημο χώρο του πανεπιστημίου, την Αίθουσα Τελετών, έδινε και το ιδεολογικό στίγμα της συλλογής, σήμαινε ότι το ίδρυμα ενδιαφερόταν όχι μόνο να τιμήσει τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία του, αλλά ταυτόχρονα να τονίσει το σημαντικό παρελθόν του, τη συνέχεια και την πορεία του μέσα στο χρόνο.

 
Η δύναμη της εικόνας
Οι προσωπογραφίες καλύπτουν ένα χρονικό διάστημα περίπου πενήντα χρόνων. Αν εξαιρέσουμε την προσωπογραφία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, το οποίο έγινε γύρω στα 1924 (είναι από τα αρχαιότερα της συλλογής και δωρίθηκε από τον ίδιο στο ίδρυμα), οι υπόλοιπες χρονολογούνται ανάμεσα στα 1932 και 1980.

Συνολικά οι προσωπογραφίες που απεικονίζουν καθηγητές του Πανεπιστημίου από το σύνολο των σχολών του και τον ιδρυτή του, ανέρχονται στις 76. Από αυτές ένα πολύ μικρό ποσοστό, 4 ή 5 έργα, χρονολογούνται πριν από το 1945. Για την εκτέλεσή τους εργάστηκαν πενήντα ζωγράφοι, μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της ελληνικής τέχνης, που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, εποχές και τεχνοτροπίες (Αλέκος Κοντόπουλος, Γιώργος Μπουζιάνης, Χρίστος Καράς, ∆ημήτρης Βιτσώρης, Σπύρος Βασιλείου, Παναγιώτης Τέτσης, Χρόνης Μπότσογλου, ∆ημήτρης Γαλάνης, Ορέστης Κανέλης, Φώτης Κόντογλου, ∆ημήτρης Μυταράς, Γιάννης Μόραλης, Γιώργος Γουναρόπουλος κ.ά.).

Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία ζωγράφων της Θεσσαλονίκης της παλιότερης γενιάς (Πολύκλειτος Ρέγκος, Χρίστος Λεφάκης, Γιώργος Παραλής, Νίκος Σαχίνης, Γιάννης Σβορώνος, Λουκάς Βενετούλιας κ.ά.). Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς η ποιότητα των έργων αυτών είναι άνιση, αφού για τη φιλοτέχνησή τους απασχολήθηκαν και καλλιτέχνες που δεν είχαν να παρουσιάσουν καμία ιδιαίτερη επίδοση σε αυτό το είδος.

Τα έργα της συλλογής, που αποτελούν μια ενιαία θεματική ενότητα, πρέπει να ειδωθούν μέσα από τις συνθήκες που διαμόρφωσε η πανεπιστημιακή κοινότητα. Κινούνται σε ένα αναπαραστατικό πλαίσιο και η ομοιότητα με τον απεικονιζόμενο είναι το ζητούμενο. Οι περισσότερες αξιοποιούν ακαδημαϊκά στοιχεία, κάποιες εμφανίζουν ρεαλιστικά και ιμπρεσιονιστικά στοιχεία και άλλες φανερώνουν επιρροές από καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα, όπως ο εξπρεσιονισμός και ο νέος ρεαλισμός. Ανεξάρτητα από την ποιότητά της, η συλλογή είναι μία από τις πιο πλούσιες αυτού του είδους στην Ελλάδα και σήμερα κοσμεί την Αίθουσα Τελετών του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.